Κατά την διάρκεια της έκθεσης Athens Electronix 2026, πραγματοποιήθηκε μία από τις πιο ουσιαστικές τεχνικές συναντήσεις του κλάδου, η ημερίδα της IDComs.
Μακριά από τη λογική μιας παρουσίασης προϊόντων, η εν λόγω ημερίδα εξελίχθηκε σε μια βαθιά ανάλυση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι εγκαταστάτες και οι IT managers στα σύγχρονα ξενοδοχεία. Οι εισηγητές, Θανάσης Κυριακόπουλος, Manager Director της IDComs και Στάνισλαβ Ερμιζίδης, Network & Systems Engineer, καθοδήγησαν το κοινό μέσα από τέσσερις θεματικούς πυλώνες, δίνοντας απαντήσεις σε καίρια τεχνικά ερωτήματα που απασχολούν κάθε σύγχρονο integrator.

Η υπεροχή του DVB-C στην RF διανομή
Η ημερίδα ξεκίνησε με τον κ. Κυριακόπουλο να αναλύει τη θεμελιώδη σημασία της σωστής διανομής σήματος, φέρνοντας σαν παράδειγμα, το γεγονός ότι μέχρι πριν την τελευταία ανακατανομή των επίγειων συχνοτήτων, η λήψη DVB-T της ERT που εξέπεμπε σε 64QAM, ήταν δυσκολότερη από την λήψη της Digea, που τότε εξέπεμπε σε 16QAM. Η δυσκολία λήψης της ERT, σχετιζόταν άμεσα με τις διαφορετικές ανάγκες για το ελάχιστο αναγκαίο C/N (18dB για την ΕΡΤ, έναντι 12,5dB της Digea), γι’ αυτό υπογραμμίστηκε η ανάγκη για απόλυτη ακρίβεια στην παραμετροποίηση.
Παρά την ευρεία διάδοση του προτύπου DVB-T, η IDComs ανέδειξε την υπεροχή του προτύπου DVB-C στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Η χρήση του DVB-C – ειδικά με τη διαμόρφωση 256QAM – επιτρέπει τη μεταφορά σημαντικά μεγαλύτερου όγκου δεδομένων ανά κανάλι, εξασφαλίζοντας μέγιστο bitrate που ξεπερνά τα 50 Mbps, σε αντίθεση με το μέγιστο των 31 Mbps του DVB-T. Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν τη μετάβαση από την ευκρίνεια SD στην ευκρίνεια HD, η εν λόγω πρόσθετη χωρητικότητα είναι απαραίτητη για την αδιάλειπτη παροχή περιεχομένου υψηλής ευκρίνειας HD, ενώ με την παράλληλη επιλογή των καλωδιακών καναλιών της μπάντας S, αποφεύγουμε τις παρεμβολές που συχνά ταλαιπωρούν τις επίγειες συχνότητες.
Μέσα από συγκεκριμένες μετρήσεις και screenshots από HTI-424 HeadEnd της IKUSI by Fagor και του κορυφαίου αναλυτή φάσματος RangerNeo 2 της PROMAX, έγινε μια αποκαλυπτική σύγκριση των σημάτων DVB-T και DVB-C. Συμπερασματικά, το DVB-T απαιτεί μεν μικρότερο C/N από το DVB-C οπότε είναι καλύτερο για περιβάλλοντα με ισχυρό θόρυβο, ανακλάσεις κλπ, αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζει το πιο χαμηλό bitrate και κατ’ επέκταση την μικρότερη χωρητικότητα καναλιών/mux. Παράλληλα, το DVB-C είναι σχεδιασμένο για “ήσυχα” περιβάλλοντα, χωρίς θορύβους και ανακλάσεις, δηλαδή για κλειστά καλωδιακά δίκτυα, στα οποία δεν αντιμετωπίζουμε κανένα πρόβλημα, ακόμα και όταν επιλέγουμε διαμορφώσεις με πολύ υψηλό bitrate, παρέχοντας στη διανομή μας, σχεδόν διπλάσια προγράμματα στον ίδιο χώρο συχνοτήτων.
Η πρόκληση της δορυφορικής λήψης Hot Bird σε ξενοδοχεία
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ενότητα αφορούσε τη δορυφορική λήψη για τα ξενοδοχεία, με τον κ. Κυριακόπουλο να καταρρίπτει τον μύθο του «επαρκούς» κατόπτρου ενός μέτρου για τον Hot Bird και να προτρέπει τους επαγγελματίες να υιοθετήσουν κάτοπτρα 1,50μ. Η χρήση της συγκεκριμένης διαμέτρου, διασφαλίζει ότι η θέαση δεν θα διακοπεί ακόμη και σε συνθήκες έντονης κακοκαιρίας.
Ο κ. Κυριακόπουλος παρέθεσε κάποιους χαρακτηριστικούς πίνακες παραμέτρων για τα πρότυπα εκπομπής DVB-S QPSK, DVB-S2 QPSK και DVB-S2 8PSK, εξηγώντας τις διαφοροποιήσεις και τον αντίκτυπο στη λήψη, καθώς το DVB-S2 8PSK παρέχει υψηλότερο bitrate, απαιτώντας όμως υψηλότερο C/N στη λήψη, άρα μεγαλύτερο κάτοπτρο.
Πρακτικά, η πλειοψηφία των καναλιών που μεταβαίνουν σταδιακά στον HotBird σε νέες συχνότητες και από την απλή ανάλυση SD με το πρότυπο DVB–S & διαμόρφωση QPSK, στην υψηλή ανάλυση HD με το πρότυπο DVB–S2 & διαμόρφωση 8PSK, χρησιμοποιούν transponders που στο ίδιο εύρος συχνοτήτων ανά κανάλι, αλλά με διαμόρφωση DVB-S2 & 8PSK , παρέχουν σχεδόν διπλάσιο bitrate (60 έως 70+ Mbps) σε σχέση με το DVB-S & QPSK (33-38 Mbps).
Στη διαφορετική μέθοδο διαμόρφωσης πρέπει να προσθέσουμε και τις διαφορετικές τιμές code rate που χρησιμοποιούνται (5/6 έως 9/10, αντί για τα προηγούμενα 2/3 ή 3/4), οπότε γίνεται κατανοητή η δυσκολία λήψης των νέων transponders που εκπέμπουν τις νέες HD εκδόσεις των καναλιών στον HotBird.
Συμπέρασμα: με κάτοπτρα διαμέτρου 40 cm, εξακολουθούμε να μπορούμε να κατεβάσουμε λίγα transponders στον HotBird, ενώ με 80 ή 1.00 m, κατεβάζουμε άνετα, όλα τα παλιά κανάλια που εξακολουθούν να εκπέμπουν σε DVB-S με διαμόρφωση QPSK.
Αν φτάσουμε σε διάμετρο κατόπτρου 1.20 m, κατεβάζουμε και σχεδόν όλα τα νέα κανάλια που εκπέμπουν σε DVB-S2 με διαμόρφωση 8PSK, ωστόσο σε αρκετά από αυτά, το CBER & το LM είναι οριακό εξ αιτίας του υψηλού ελάχιστου απαιτούμενου C/N, με αποτέλεσμα να έχουμε τακτικά παγώματα!
Με ένα κάτοπτρο 1.50 m, έχουμε τη βελτίωση που απαιτείται, ώστε να ανεβάσουμε το C/N, τόσο όσο χρειάζεται για να εξασφαλίσουμε σημαντικά καλύτερο CBER & LM, δηλαδή σταθερότατη εικόνα σε όλα τα κανάλια HD που εκπέμπουν με τα νέα transponders.
Όπως τονίστηκε, όλα τα παραπάνω αφορούν τις ανάγκες των ξενοδοχείων, τα οποία έχουν πλέον στην πλειοψηφία τους τηλεοράσεις 43” ή και μεγαλύτερες στα δωμάτια και τους κοινόχρηστους χώρους (50”, 55” ή 65”), στις οποίες τα κανάλια SD δείχνουν έντονα τις αδυναμίες της λήψης με μικρά κάτοπτρα.
Όταν λοιπόν ετοιμάζουμε μια πρόταση που περιλαμβάνει δορυφορική λήψη & HeadEnd για ένα ξενοδοχείο, το κάτοπτρο του 1.00 m είναι μια χαρά για τον Astra, αλλά για τον HotBird η σωστή λύση είναι το κάτοπτρο του 1,50 m. Bonus στο παραπάνω συνδυασμό, είναι και το γεγονός ότι με ένα ή δύο έκκεντρα LNB στο μεγάλο κάτοπτρο, μπορούμε να κατεβάσουμε άνετα τους Eutelsat από τις 9ο Ε, αλλά και από τις 16ο Ε, διευρύνοντας τις επιλογές μας για τα κανάλια του ξενοδοχείου.
Η αναφορά της ημερίδας στα πολλά πλέον multistream κανάλια από τις 9 μοίρες ανατολικά & 5 μοίρες δυτικά (και όχι μόνο), που εκπέμπουν με το πρότυπο DVB–S2X, συμπλήρωσε την εικόνα, τονίζοντας πώς το υψηλό bitrate μεταφράζεται άμεσα σε ανώτερη ποιότητα εικόνας για τον τελικό χρήστη.
Στη συνέχεια, έγινε αναφορά στο online NMS εργαλείο κεντρικής διαχείρισης Chorus, με το οποίο η IDComs διαχειρίζεται και υποστηρίζει μεγάλο αριθμό εγκατεστημένων FLOW και HTI Headends. Οι αυτόματες ειδοποιήσεις μέσω email από τα FLOW Headends για την δυσκολία λήψης Hot Bird σε ξενοδοχεία που δεν χρησιμοποιούν κάτοπτρο 1,50μ αλλά μικρότερο, αποτελούν μία σαφή ένδειξη της κατάστασης.

PCD – PCC: Η μετάβαση του Hotel Infotainment στο Cloud
Περνώντας στο δεύτερο μέρος της ημερίδας, ο κ. Ερμιζίδης περιέγραψε τα συστήματα της LG για τις ξενοδοχειακές τηλεοράσεις, εστιάζοντας στις τεχνολογίες Pro:Centric Direct (PCD) και Pro:Centric Cloud (PCC). Η μεγάλη αλλαγή που συντελείται αφορά τη μετάβαση από τον φυσικό hardware server στο Cloud. Ενώ η λύση PCD παραμένει μία επιλογή για on-premise διαχείριση, το PCC προσφέρει μια νέα διάσταση ευελιξίας, καθώς εκμηδενίζει το αρχικό κόστος εξοπλισμού και τις ανάγκες τοπικής παραμετροποίησης, προσφέροντας ένα μοντέλο χαμηλής ετήσιας συνδρομής που είναι πιο οικονομικό και εύκολα διαχειρίσιμο από απόσταση. Λαμβάνοντας υπόψη μας και το κόστος, μπορούμε να πούμε ότι η λύση cloud της LG, είναι ιδανική λύση για τα μικρά ξενοδοχεία με νέες τηλεοράσεις LG, ενώ η λύση του τοπικού server, εξυπηρετεί καλύτερα τα μεγάλα ξενοδοχεία.
Η τεχνολογία Middleware δεν περιορίζεται πλέον στην απλή προβολή καναλιών, αλλά μετατρέπεται σε έναν διαδραστικό κόμβο πληροφοριών. Ο φιλοξενούμενος μπορεί να περιηγηθεί σε μενού για παραγγελίες, να ενημερωθεί για τις υπηρεσίες του ξενοδοχείου, όπως πχ Spa ή τα αξιοθέατα της πόλης, απευθείας από την οθόνη του δωματίου του.
LG Cast & CastConnect: Η εμπειρία του σπιτιού στο δωμάτιο
Η ημερίδα ολοκληρώθηκε με την ανάλυση της κυρίαρχης απαίτησης του σύγχρονου ταξιδιώτη: τη δυνατότητα προβολής προσωπικού περιεχομένου (Netflix, YouTube, Spotify). Μέσω των τεχνολογιών LG Cast της LG και CastConnect της Fagor/IKUSI, ο κ. Ερμιζίδης παρουσίασε πώς μπορεί να επιτευχθεί μια οικεία εμπειρία θέασης με απόλυτη ασφάλεια, χωρίς παραβίαση των κανόνων GDPR και κίνδυνο υψηλών προστίμων για την ξενοδοχειακή επιχείρηση.
Το κλειδί σε αυτή τη διαδικασία είναι η προστασία της ιδιωτικότητας, η οποία είναι αδύνατη αν το ξενοδοχείο έχει οικιακές και όχι ξενοδοχειακές τηλεοράσεις.
Όπως τονίστηκε, η διασύνδεση με το PMS του ξενοδοχείου είναι απαραίτητη ώστε όλα τα προσωπικά στοιχεία και οι λογαριασμοί του πελάτη να διαγράφονται αυτόματα κατά το checkout και να μην είναι διαθέσιμα στον επόμενο πελάτη που θα μπει στο ίδιο δωμάτιο.
Για εγκαταστάσεις με νέες ξενοδοχειακές τηλεοράσεις της LG, που ενσωματώνουν πλέον τη λειτουργία του ChromeCast της Google, το LG Cast είναι μια απλή διαδικασία μέσα από το PSC ή το PCC.
Για τα ξενοδοχεία με παλαιότερες τηλεοράσεις οποιασδήποτε εταιρείας, η λύση του CastConnect με τη χρήση ειδικών dongles και server προσφέρει μια εξαιρετικά απλή διαδικασία pairing τριών βημάτων, φέρνοντας την τεχνολογία του αύριο σε κάθε δωμάτιο, ανεξαρτήτως παλαιότητας εξοπλισμού.
Το μήνυμα της IDComs από την Athens Electronix 2026 ήταν σαφές: Η τεχνολογία στη φιλοξενία δεν είναι πλέον πολυτέλεια, αλλά μια σύνθετη εξίσωση που απαιτεί γνώση, αξιόπιστα εργαλεία και προνοητικότητα.
Info: IDComs, www.idcoms.gr

