Το μεγαλύτερο μέρος του περιβαλλοντικού αποτυπώματος ενός laptop δημιουργείται πριν καν ενεργοποιηθεί για πρώτη φορά. Σύμφωνα με μελέτη για τον κύκλο ζωής των εταιρικών laptops, η κατασκευή της συσκευής αντιπροσωπεύει το 74% των συνολικών εκπομπών ρύπων σε βάθος τετραετίας, με τη χρήση να αντιστοιχεί στο 14%, τη μεταφορά στο 12% και την ανακύκλωση σε λιγότερο από 1%.
Παρ’ όλα αυτά, πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξακολουθούν να υπολογίζουν τις εκπομπές ρύπων του IT τμήματός τους εστιάζοντας αποκλειστικά στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και τα data centers. Όπως επισημαίνει η Forscope, αυτή η προσέγγιση παραβλέπει τη μεγαλύτερη εικόνα, η οποία συχνά ξεκινά από το ίδιο το μοντέλο λογισμικού (software licensing).
Το νεότερο λογισμικό απαιτεί συνήθως ισχυρότερους υπολογιστές. Όταν ένας προμηθευτής αλλάζει τους όρους ή καταργεί την υποστήριξη μιας παλαιότερης έκδοσης, οι εταιρίες αισθάνονται την υποχρέωση να αναβαθμίσουν, αντικαθιστώντας παράλληλα λειτουργικά laptops και servers απλώς και μόνο επειδή το νέο software δεν μπορεί να τρέξει αποδοτικά σε αυτά. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «λογισμικά επαγόμενη απαξίωση» (software-induced obsolescence), λαμβάνεται πλέον υπόψη από το διεθνές πρότυπο Software Carbon Intensity (ISO/IEC 21031:2024), το οποίο συνυπολογίζει τις εκπομπές από την κατασκευή του hardware και όχι μόνο την ενέργεια που καταναλώνεται κατά τη λειτουργία.
Η διάσταση του προβλήματος αποτυπώνεται και στη σχετική έκθεση UN Global E-waste Monitor 2024 του ΟΗΕ, σύμφωνα με την οποία η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρονικών αποβλήτων έφτασε τα 62 εκατομμύρια τόνους το 2022 – σημειώνοντας αύξηση 82% σε σχέση με το 2010 – ενώ μόλις το 22,3% συλλέχθηκε και ανακυκλώθηκε επίσημα. Με τα ηλεκτρονικά απόβλητα να αυξάνονται με πενταπλάσιο ρυθμό σε σχέση με την ανακύκλωση, ο ΟΗΕ προβλέπει ότι η ποσότητά τους θα αγγίξει τα 82 εκατομμύρια τόνους έως το 2030.
Ο Ludek Bartak, Head of Communication της Forscope, εξηγεί ότι το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της πληροφορικής δεν δημιουργείται μόνο όταν μια συσκευή καταναλώνει ρεύμα. Ένα σημαντικό μέρος της επίδρασης σχετίζεται με την κατασκευή του hardware και τον ρυθμό αντικατάστασής του, γεγονός που σημαίνει ότι το λογισμικό δεν είναι απλώς ένα άυλο στρώμα, αλλά ο παράγοντας που καθορίζει ποιον εξοπλισμό χρειάζεται μια εταιρεία και για πόσο διάστημα μπορεί να τον χρησιμοποιεί αποτελεσματικά.
Από την πλευρά του, ο Dusan Hubacek, Chief Channel Officer της εταιρείας, σημειώνει ότι πολλοί οργανισμοί λειτουργούν με την παραδοχή ότι πρέπει να προχωρούν σε αναβάθμιση κάθε φορά που ένας vendor αλλάζει την πολιτική αδειοδότησης ή κυκλοφορεί μια νέα έκδοση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση πλήρως λειτουργικών υπολογιστών και servers, αυξάνοντας κατακόρυφα τόσο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα όσο και τις κεφαλαιουχικές δαπάνες (CAPEX). Το βιώσιμο IT (Sustainable IT) δεν σημαίνει μηχανική απόρριψη της καινοτομίας, αλλά τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων με βάση τις πραγματικές ανάγκες, την ασφάλεια και τον πραγματικό κύκλο ζωής της υποδομής.
Σε κανονιστικό επίπεδο, η οδηγία CSRD της Ε.Ε. και το πρότυπο ESRS E1 επιβάλλουν στις εταιρείες την υποχρεωτική αναφορά των εκπομπών ρύπων σε Scope 1, 2 και 3. Το Scope 3 αφορά τις έμμεσες εκπομπές σε όλη την αλυσίδα αξίας, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η αγορά νέου IT hardware όσο και οι υπηρεσίες cloud ή data center που χρησιμοποιεί μια επιχείρηση. Παρά τη δέσμη ελαφρύνσεων (Omnibus) του Φεβρουαρίου 2026, που περιόρισε το πεδίο εφαρμογής αποκλειστικά σε μεγάλους οργανισμούς (άνω των 1.000 εργαζομένων και με κύκλο εργασιών που υπερβαίνει τα 450 εκατ. ευρώ), οι εταιρείες που εμπίπτουν στους κανόνες συνεχίζουν να έχουν άμεση ανάγκη από ακριβή και επαληθεύσιμα δεδομένα εκπομπών.
Στο πλαίσιο αυτό, οι δευτερογενείς άδειες χρήσης (secondary perpetual licences) προσφέρουν μια νόμιμη και ελεγχόμενη λύση για την παράταση της διάρκειας ζωής των υφιστάμενων συστημάτων και του συμβατού εξοπλισμού. Όπως καταλήγει ο Luděk Barták, το δευτερογενές λογισμικό δεν λύνει το πρόβλημα από μόνο του, αποτελεί όμως ένα κομβικό εργαλείο της κυκλικής οικονομίας στον ψηφιακό κόσμο, επιτρέποντας στους οργανισμούς να εκσυγχρονίζονται με τον δικό τους ρυθμό και να αποφεύγουν περιττές επενδύσεις σε hardware όταν οι παλαιότερες εκδόσεις καλύπτουν πλήρως τις λειτουργικές τους ανάγκες.

